Άρθρα - Συμβουλές αγοράς & συντήρησης

Ο ρόλος της μουσικής αγωγής στη σημερινή εκπαίδευση

09 Αυγούστου 2010
της Μαρίας Μαγαλιού
Εκπαιδευτικός μουσικής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, Μέλος ΠΕΕΜΔΕ,
Υπ. Διδάκτορας Τμήματος Μουσικών Σπουδών Ιονίου Πανεπιστημίου.


Εισήγηση που παρουσιάστηκε στην Ημερίδα του ΚεΜεΤε για τη Μουσική Εκπ/ση, 18 Απριλίου 2005

Η παροχή υψηλού επιπέδου μουσικής αγωγής αποτελεί μέλημα και χρόνια επιδίωξη των εκπαιδευτικών της μουσικής. Η θέση της μουσικής αγωγής στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και η ποιότητα της παρεχόμενης μουσικής αγωγής σήμερα είναι σαφώς πολύ καλύτερη απ’ ό,τι 30 χρόνια πριν. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι πολλά βήματα μπορούν και πρέπει να γίνουν ακόμη. Παρ’ όλο που η μουσική αγωγή δεν αμφισβητείται πλέον ως ένα γνωστικό αντικείμενο άξιο συμπερίληψης στα αναλυτικά προγράμματα όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, η έλλειψη των κατάλληλων προϋποθέσεων (κατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, μουσικά όργανα, σύγχρονο οπτικοακουστικό υλικό, δυνατότητα χρήσης νέων τεχνολογιών) για μουσική αγωγή σύμφωνη με τις απαιτήσεις των καιρών μας, ο περιορισμός των ωρών διδασκαλίας της μουσικής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και η αναλγησία των αρμόδιων φορέων για την επιμόρφωση του κλάδου δημιουργούν μια σύγχυση σχετικά με την αξία που αποδίδεται στη μουσική αγωγή και τον ουσιαστικό ρόλο της στην εκπαίδευση.

Το ερώτημα «Ποιος είναι ο ρόλος της μουσικής αγωγής στην εκπαίδευση;» όσο κι αν φαίνεται να παραπέμπει σε αυτονόητες απαντήσεις, είναι θεμελιώδους σημασίας και εξαιρετικής επικαιρότητας σε μια εποχή που ο κλάδος βιώνει την απαξίωση τους ρόλου του και τον παραγκωνισμό του από τις ραγδαίες εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην εκπαιδευτική κοινότητα. Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι καθοριστική για τη θέση της μουσικής αγωγής –την ποσοτική-ποσοστική αναλογία της και κυρίως την ποιοτική της διάσταση- στα αναλυτικά προγράμματα. Είναι, ακόμη, καίρια για τον καθορισμό της θέσης του εκπαιδευτικού της μουσικής στην εκπαίδευση, την κατάρτιση και τη συνεχή επιμόρφωσή του, την επιστημονική, επαγγελματική και παιδαγωγική του ταυτότητα.

Αξίζει λοιπόν να μελετήσουμε το ερώτημα, σε σχέση με τη σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα και τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα. Οπωσδήποτε πρόκειται για ένα ερώτημα που έχει απασχολήσει επιστήμονες και κυβερνητικούς φορείς από παλιά και στο οποίο διαχρονικά έχουν δοθεί διαφορετικές απαντήσεις. Ποικίλες φιλοσοφικές τοποθετήσεις έχουν διαμορφωθεί για την τεκμηρίωση της σημασίας της μουσικής αγωγής στην εκπαίδευση (βλ. σχετικά Reimer, 1970/1989ֹ Elliott, 1995). Νομίζω όμως ότι, πέρα από τις διαφορετικές φιλοσοφικές αφετηρίες για τον προσδιορισμό –και πιθανώς το διαρκή επαναπροσδιορισμό- του ρόλου της μουσικής αγωγής στην εκπαίδευση θα πρέπει να σταθούμε στο ρόλο της μουσικής αγωγής στη ζωή. Κατά τον Dewey η εκπαίδευση δεν είναι προετοιμασία για τη ζωή, αλλά η ίδια η ζωή. Το σχολείο δεν είναι παρά μια μικρή κοινωνία μέσα στην οποία το νεαρό, αναπτυσσόμενο άτομο μαθαίνει, ανακαλύπτει, εργάζεται, κοινωνικοποιείται. Αν η μουσική είναι σημαντική για τη ζωή του ατόμου ως μονάδας και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τότε θα πρέπει να είναι σημαντική και για τη ζωή του σχολείου.

Η μουσική, ως τέχνη και επιστήμη, είναι ένα μέρος του ανθρώπινου πολιτισμού και ένα κομμάτι της καθημερινής ζωής. Ως μια μορφή τέχνης, αποτελεί έναν τρόπο ανθρώπινης έκφρασης, ένα αναπόσπαστο κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμού και της ιστορίας των λαών. Ως επιστήμη, αποτελεί έναν τομέα γνώσης, που έχει εξελιχθεί στη διάρκεια των αιώνων και κατέχει μια σημαντική θέση μεταξύ των επιστημονικών κατακτήσεων της ανθρωπότητας. Ο ανθρωπολόγος Alan Merriam (1964) έχει επισημάνει ως τις κυριότερες λειτουργίες της μουσικής για το άτομο και την κοινωνία τη συναισθηματική έκφραση, την αισθητική απόλαυση, την ψυχαγωγία, την επικοινωνία, τη συμβολική αναπαράσταση, τη σωματική αντίδραση, την επικύρωση κοινωνικών και θρησκευτικών θεσμών, τη συμβολή στην συνέχεια και τη σταθερότητα των πολιτισμών, αλλά και στη συνεκτικότητα των κοινωνικών ομάδων.
Ας εξετάσουμε όμως αναλυτικότερα κάθε μια απ’ αυτές τις λειτουργίες. Η μουσική είναι ένα σημαντικό μέσο για την έκφραση και την απελευθέρωση των συναισθημάτων. Όπως τονίζει ο ερευνητής της πρώιμης μουσικότητας των βρεφών Papousek (1996, σελ 40) «η μουσική εμπειρία, αντιληπτική ή παραγωγική, έχει την ικανότητα να επηρεάζει τα ανθρώπινα συναισθήματα, ακόμα και στις περιπτώσεις που η λεκτική μεσολάβηση αποτυγχάνει». Ο Elliott (1995, σελ. 28) τονίζει χαρακτηριστικά ότι:
…Η ακρόαση μουσικής παρέχει στους ακροατές αισθητικά ένα ιδιαίτερο είδος γνώσης …σχετικά με τις γενικές μορφές που τα συναισθήματα υποθετικά παίρνουν… Αν οι τέχνες αντικειμενικοποιούν την υποκειμενική πραγματικότητα, τότε η καλλιτεχνική εκπαίδευση είναι η εκπαίδευση του ανθρώπινου συναισθήματος .
Η αισθητική απόλαυση που απορρέει από την αντιληπτική ή παραγωγική μουσική εμπειρία αποτελεί μία άλλη σημαντική λειτουργία της μουσικής, στενά συνδεδεμένη με τη συναισθηματική της διάσταση. Όπως μέσα από κάθε εμπειρία με τις τέχνες, έτσι και μέσα από τη μουσική εμπειρία, το άτομο συσχετίζεται με το έργο τέχνης σε άμεση αλληλεπίδραση, η οποία δημιουργεί μια βαθιά ικανοποιητική αίσθηση ευχαρίστησης, ένα ισχυρό συναίσθημα αυταξίας και εκπλήρωσης. Όπως επισημαίνει ο Reimer (1970/1989, σελ. 30)
Η κύρια λειτουργία της τέχνης είναι να κάνει αντικειμενικό και επομένως αντιληπτό τον υποκειμενικό τομέα της ανθρώπινης ευαισθησίας. Η τέχνη το καταφέρνει αυτό συλλαμβάνοντας και παρουσιάζοντας στις αισθητικές της ποιότητες τα μοτίβα και τις μορφές της ανθρώπινης αισθαντικότητας. Η κύρια λειτουργία της αισθητικής εκπαίδευσης είναι να κάνει προσιτές τις γνώσεις για την ανθρώπινη αισθαντικότητα, που εμπεριέχονται στις αισθητικές ποιότητες των πραγμάτων. Η αισθητική εκπαίδευση επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ως η εκπαίδευση του συναισθήματος.

Κατά τον Merriam, η ψυχαγωγία είναι μία ακόμη σημαντική διάσταση της μουσικής. Η ετυμολογική ανάλυση της λέξης ψυχαγωγία μας οδηγεί στις έννοιες αγωγή και ψυχή. Η αγωγή της ψυχής μέσα από την τέχνη γενικότερα και τη μουσική ειδικότερα είναι ένας ρόλος τεράστιας σημασίας. Η μουσική εμπειρία είναι πηγή χαράς και μοναδικής απόλαυσης, που μπορεί να χρωματίσει την άχρωμη καθημερινότητα και να δώσει δημιουργικές διεξόδους στην εκμετάλλευση του ελεύθερου χρόνου. Η παροχή τέτοιων δημιουργικών διεξόδων είναι ιδιαίτερα σημαντική στην εποχή μας, που η απομόνωση μπροστά στο τηλεοπτικό γυαλί και η καταφυγή στην εικονική πραγματικότητα που προβάλλει από την οθόνη των ηλεκτρονικών υπολογιστών τείνει να μετατρέψει τον ελεύθερο χρόνο μας σε χαμένο χρόνο και την ψυχαγωγία σε χειραγώγηση συνειδήσεων.

Εκτός όμως από τη διάσταση της ψυχαγωγίας, η μουσική έχει και μια ισχυρή επικοινωνιακή δύναμη. Όλοι όσοι έχουν συμμετάσχει σε μουσικά σύνολα (χορωδίες, ορχήστρες, ή μικρά νεανικά μουσικά γρουπ) σίγουρα έχουν βιώσει αυτή την επικοινωνιακή διάσταση της μουσικής. Ερευνητές της μουσικότητας των βρεφών (Papousek, 1996ֹ Hodges, 2002) έχουν υποστηρίξει ότι χαρακτηριστικά της μουσικής, όπως η μελωδία, ο ρυθμός και η δυναμική, παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πρωταρχική μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας, την επικοινωνία μητέρας-παιδιού. Αν η μουσική παίζει ουσιαστικό ρόλο στην πρώτη διαπροσωπική σχέση, στα πλαίσια της δυάδας μητέρα-βρέφος που αποτελεί το σπέρμα κάθε μεταγενέστερης κοινωνικής σχέσης, δεν θα ήταν εύλογο να υποθέσουμε ότι θα συνεχίσει να είναι σημαντική στην ανθρώπινη επικοινωνία σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής;
Μέσα από τη μουσική είναι επίσης δυνατή η συμβολική αναπαράσταση. Τα λόγια των τραγουδιών, τα πολιτισμικά ή κοινωνικά νοήματα με τα οποία φορτίζονται οι μουσικοί ήχοι και τα μουσικά μοτίβα συνιστούν σύμβολα. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης υπόστασης είναι ακριβώς η συμβολική δραστηριότητα. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Howard Gardner, «…οι άνθρωποι είναι τόσο προγραμματισμένοι να εμπλακούν σε διαδικασίες συμβολισμού …όσο και οι σκίουροι στο να θάβουν καρπούς» (Gardner, 1983/1993, σελ. 312). Συχνά κάνουμε το λάθος να θεωρούμε τη γλώσσα ως το μόνο συμβολικό σύστημα, ξεχνώντας πως και η μουσική είναι μία οδός συμβολικής αναπαράστασης, όπως κάθε τέχνη. Εκτός όμως από τη σχέση της με τη νόηση και το συναίσθημα, η μουσική είναι επίσης συνδεδεμένη με σωματικές αντιδράσεις. Η εθνομουσικολογική έρευνα (Blacking, 1967, 1972ֹ Σμωλ, 1983) μας υπενθύμισε κατά τις τελευταίες δεκαετίες κάτι που σχεδόν είχαμε ξεχάσει στη σημερινή δυτικοευρωπαϊκή κοινωνία: Πως η συμμετοχή στη μουσική εκτέλεση και δημιουργία είναι μια μοναδική μορφή κιναισθητικής εμπειρίας, ικανή να συνενώσει το μυαλό, το σώμα και το συναίσθημα.

Όλες οι προαναφερθείσες λειτουργίες είναι σημαντικές για το μεμονωμένο άτομο και για το άτομο ως μέλος μιας ομάδας. Υπάρχουν όμως και κάποιες λειτουργίες της μουσικής που σχετίζονται με την ταυτότητα, τη συλλογικότητα και τη συνεκτικότητα των κοινωνικών ομάδων. Η μουσική επικυρώνει τους κοινωνικούς και θρησκευτικούς θεσμούς που επενδύει. Τελετουργίες, που σχετίζονται στενά με τη θρησκεία, την εθνικότητα, τον πολιτισμό, επενδύονται με μουσική, η οποία αποτυπώνεται στη θρησκευτική, εθνική ή πολιτισμική συνείδηση των μελών της ομάδας. Παράλληλα, η μουσική, μαζί με όλες τις άλλες μορφές τέχνης, συμβάλλει στη συνέχεια και τη σταθερότητα ενός πολιτισμού. Η μουσική ενός πολιτισμού είναι μέρος της συλλογικής ταυτότητας των μελών του και περνώντας από γενιά σε γενιά εγγράφεται στην ιστορία του, στις μνήμες του, στο συλλογικό του συνειδητό και ασυνείδητο. Επιπλέον, η μουσική αποτελεί συνεκτική δύναμη μεταξύ των μελών μιας ομάδας με κοινή εθνική, θρησκευτική, πολιτισμική ή ιδεολογική ταυτότητα.

Ως κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμού, ως ισχυρό μέσο συναισθηματικής έκφρασης και διαπροσωπικής επικοινωνίας, ως μια έκφραση εθνικής, θρησκευτικής και πολιτισμικής ταυτότητας, αλλά ταυτόχρονα κι ως ένα μέσο επαφής, επικοινωνίας και ανταλλαγής μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών, εθνών και θρησκειών, ως μέσο ψυχαγωγίας και αισθητικής απόλαυσης, η μουσική αγωγή κατέχει δικαιωματικά μια θέση στην εκπαίδευση όλων των βαθμίδων.
Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα συνηγορεί υπέρ του θεμελιώδους ρόλου της μουσικής αγωγής στην εκπαίδευση, καθώς υποστηρίζει την καθολικότητα της ικανότητας του ανθρώπου να αντιλαμβάνεται τη μουσική, να εκτελεί και να δημιουργεί μουσική, της ικανότητας που θα μπορούσαμε γενικά να αποκαλέσουμε «μουσική ικανότητα» ή «μουσική νοημοσύνη». Παλαιότερα υπήρχε η τάση η μουσική ικανότητα να αντιμετωπίζεται ως «μια εξειδικευμένη ικανότητα», που αναπτύσσεται με ένα μαγικό τρόπο σε λίγους εκλεκτούς. Στα πλαίσια μιας τέτοιας θεώρησης η μουσική αγωγή στη γενική υποχρεωτική εκπαίδευση δεν είναι παρά μια ακριβή πολυτέλεια, ή στην καλύτερη περίπτωση ένα μπάλωμα στο ωρολόγιο πρόγραμμα, μία ώρα ξεκούρασης και χαλάρωσης από τα ακαδημαϊκά μαθήματα. Δυστυχώς, αυτή η προσέγγιση έχει κυριαρχήσει για πολλές δεκαετίες στη μουσική αγωγή στη χώρα μας, οδηγώντας στη συνεχιζόμενη περιθωριοποίησή της.

Όμως τα νέα επιστημονικά δεδομένα της Ψυχολογίας, της Νευρολογίας, αλλά και της Εθνομουσικολογίας έχουν διαφοροποιήσει τον παραδοσιακό ορισμό της μουσικής ικανότητας. Όπως έχει επισημάνει ο μελετητής της ανάπτυξης της μουσικότητας των μικρών παιδιών Moog (1976, σελ. 45-46), η σημερινή έρευνα δείχνει πως η μουσική ικανότητα είναι μια θεμελιώδης ανθρώπινη ικανότητα. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει:
Η ικανότητα να έχουμε εμπειρία της μουσικής είναι το ίδιο σταθερά συνυφασμένη με το σύνολο των εν δυνάμει ανθρώπινων δυνατοτήτων όσο και η προοπτική για την κατανόηση του λόγου, για την ανάγνωση, για κινητικές δεξιότητες, κ.λ.π. Συνεπώς, τα επιτεύγματα και τα αποτελέσματα της μουσικότητας μπορούν να θεωρηθούν μόνο ως μέρος της συνολικής δομής των ανθρώπινων ικανοτήτων.
Η έρευνα στο χώρο της ψυχολογίας της μουσικής έχει δείξει ότι η ικανότητα για αντίληψη και διάκριση διαφόρων χαρακτηριστικών των μουσικών ήχων ενυπάρχει στα άτομα από τη βρεφική ακόμη ηλικία. Οι ερευνητές, μέσα από κατάλληλες ερευνητικές τεχνικές, έχουν δείξει ότι βρέφη λίγων μηνών διακρίνουν χαρακτηριστικά της μουσικής, όπως το τονικό ύψος ή τα ρυθμικά μοτίβα (Dowling, 1982/1999). Οι αποδείξεις αυτές μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι γεννιόμαστε με ένα νου κι ένα σώμα, που είναι προδιατεθειμένα να είναι μουσικά.

Σύμφωνα με τον H. Gardner, καθηγητή του Πανεπιστημίου Harvard, που έχει χαρακτηριστεί από κάποιους ως ο Piaget της εποχής μας, υπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές νοημοσύνης, εξίσου σημαντικές για κάθε άνθρωπο. Κατά τον Gardner η μουσική νοημοσύνη είναι μία από τις μορφές νοημοσύνης που είναι σχετικά αυτόνομες και παρούσες σε κάθε ανθρώπινο ον, είναι εξίσου σημαντική όσο η λογικομαθηματική ή η γλωσσική νοημοσύνη και επομένως θα πρέπει να καλλιεργείται στον ίδιο βαθμό μ’ αυτές (Gardner, 1983/1993). Η ελλιπής ανάπτυξη της μουσικής νοημοσύνης ισοδυναμεί, κατά τον Gardner, με περιορισμό του συνολικού δυναμικού της ανθρώπινης νόησης.
Ίσως όμως το καλύτερο μάθημα σχετικά με την έννοια της μουσικής ικανότητας και το ρόλο της μουσικής αγωγής μας το έχει δώσει η εθνομουσικολογία. Μελετητές της μουσικής δημιουργίας σε μη βιομηχανοποιημένες κοινωνίες, με πρωτοπόρο τον John Blacking (1967, 1973), έχουν προσφέρει μια νέα διάσταση στον ορισμό της μουσικής ικανότητας και έχουν διευρύνει τις προοπτικές της μουσικής αγωγής. Οι εθνομουσικολόγοι έδειξαν ότι στις κοινωνίες αυτές η συμμετοχή όλης της κοινότητας στη μουσική δημιουργία και εκτέλεση είναι κάτι το αυτονόητο. Όλοι οι άνθρωποι θεωρούνται ικανοί να συμμετέχουν στις μουσικές εμπειρίες της ομάδας και τα παιδιά δεν αποτελούν εξαίρεση, καθώς από πολύ μικρή ηλικία συμμετέχουν ενεργά και ισότιμα στις διαδικασίες μουσικής εκτέλεσης και δημιουργίας.
Εκτός όμως από τις αποδείξεις για την καθολικότητα της ανθρώπινης μουσικότητας, η επιστήμη της μουσικής παιδαγωγικής και η έρευνα που πραγματοποιείται στα πλαίσια της τονίζουν ολοένα και περισσότερο και την ευεργετική επίδραση της μουσικής αγωγής στη μάθηση και τη σχολική επιτυχία. Τα εμπειρικά δεδομένα ποικίλων ερευνών επιβεβαιώνουν τη θετική επίδραση της συστηματικής μουσικής αγωγής στην ανάπτυξη γνωστικών ικανοτήτων, στην καλλιέργεια κριτικής σκέψης, στην κοινωνικοποίηση και στη συναισθηματική προσαρμογή, τόσο στα πλαίσια της γενικής όσο και στα πλαίσια της ειδικής εκπαίδευσης. Μια πρόσφατη ανασκόπηση αυτών των ερευνών έχει γίνει από την Επιτροπή για την Καλλιτεχνική Εκπαίδευση στις Η.Π.Α. (AEP, Arts Education Partnership) (Scripp, 2002).
Η επιτροπή αυτή (Deasy, 2002) τονίζει τη σημασία των τεχνών γενικά στην εκπαίδευση και τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν για τους μαθητές από τη συμμετοχή σε προγράμματα, που παρέχουν πλούσια εμπειρία με τις τέχνες. Η ανακεφαλαίωση 62 ερευνών με παιδιά διαφόρων ηλικιών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πλούσια εμπειρία με τις τέχνες προωθεί την ακαδημαϊκή επιτυχία, την αυτοεκτίμηση, την κοινωνική προσαρμογή. Τρία σημαντικά συμπεράσματα που προκύπτουν από τις παραπάνω έρευνες είναι πρώτον ότι η εκπαίδευση στις τέχνες επιφέρει τα παραπάνω αποτελέσματα μόνο αν είναι συστηματική και μακροχρόνια και εμπλέκεται κατάλληλα με τα άλλα γνωστικά αντικείμενα, δεύτερον ότι η εκπαίδευση μέσα από τις τέχνες είχε θεαματικότερη επίδραση στην σχολική επίδοση παιδιών από λιγότερο προνομιούχα κοινωνικο-οικονομικά περιβάλλοντα και τρίτον ότι δεν εμφανιζόταν βελτιωμένη μόνο η επίδοση των παιδιών, αλλά και η στάση τους απέναντι στη μαθησιακή διαδικασία. Όσον αφορά τη μουσική αγωγή, η ανασκόπηση των ερευνών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μουσική λειτουργεί ως καταλύτης για τις γνωστικές ικανότητες και για πλευρές της κοινωνικοσυναισθηματικής ανάπτυξης των παιδιών, ειδικά όταν ο τρόπος μάθησης στη μουσική διευκολύνει αυτού του είδους τη μεταφορά. (Scripp, 2002).
Βέβαια, χρειάζεται μια προσοχή ως προς τη χρήση των επιχειρημάτων υπέρ της μουσικής αγωγής, που προκύπτουν από τα πορίσματα τέτοιου είδους ερευνών. Το κατά πόσο η μουσική αγωγή θα πρέπει να είναι χρησιμοθηρική-ωφελιμιστική ή να αποσκοπεί στην αισθητική αγωγή και μόνο έχει αποτελέσει σημείο αντιπαράθεσης. Σύμφωνα με τη χρησιμοθηρική άποψη, η μουσική αγωγή είναι σημαντική γιατί επιδρά θετικά σε άλλες ικανότητες, όπως στην ακαδημαϊκή επίδοση, στη διαμόρφωση κλίματος συνεργασίας και στην κοινωνικοποίηση. Σύμφωνα με τους οπαδούς της αντίθετης άποψης, η μουσική αγωγή πρέπει να διδάσκεται για τη δική της αξία, καθώς το να υποστηρίζουμε ότι η μουσική είναι σημαντική επειδή μπορεί να μας βοηθήσει να γίνουμε καλύτεροι στα μαθηματικά ή στη γλώσσα αναιρεί την αυτόνομη αξία της και περιθωριοποιεί τους βασικούς της στόχους, που δεν είναι άλλοι από την ανάπτυξη μουσικών δεξιοτήτων, μουσικής αντίληψης και θετικής στάσης απέναντι στη μουσική και τα μουσικά φαινόμενα. (Peery & Peery, 1987ֹ Scripp, 2002 ֹ Hope, 2003).

Είναι προφανές ότι και οι δύο θέσεις είναι ως ένα βαθμό σωστές. Οπωσδήποτε, η αρτηριοσκληρωτική εμμονή σε μία από τις δύο θέσεις προκαλεί προβλήματα. Ο υπερτονισμός των εξωμουσικών δεξιοτήτων και γνώσεων που μπορεί να καλλιεργήσει η μουσική αγωγή μπορεί να υποσκάψει τα ίδια τα θεμέλια της, παραμερίζοντας τον πρωταρχικό της σκοπό και μετατρέποντάς τη σε δορυφόρο άλλων γνωστικών αντικειμένων. Απ’ την άλλη μεριά, η άποψη «η τέχνη για την τέχνη» το μόνο που μπορεί να πετύχει είναι να απομονώσει τη μουσική αγωγή από τη συνολική εκπαιδευτική διαδικασία και την ευρύτερη κοινωνία. Ωστόσο, ανάμεσα στις δύο αυτές ακραίες θέσεις θα μπορούσαμε να διακρίνουμε μια μέση οδό, που αναγνωρίζει την προσφορά της μουσικής αισθητικής εμπειρίας ως πρωταρχικό στόχο και αφετηρία της μουσικής αγωγής, αλλά ταυτόχρονα δεν παραβλέπει την επίδραση που μπορεί να ασκήσει η μουσική αγωγή σε άλλους τομείς της αγωγής και στη συνολική διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας. Η πρόκληση που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε είναι να αναπτύξουμε μεθόδους μουσικής μάθησης, που θα ευνοούν τη γενικότερη ικανότητα μάθησης και τη θετική στάση απέναντι στη μάθηση και που ταυτόχρονα θα καλλιεργούν τη μουσική αντίληψη και τις μουσικές δεξιότητες. Η εφαρμογή του νέου Διαθεματικού Ενιαίου Πλαισίου Προγραμμάτων Σπουδών καθιστά επιτακτική ανάγκη την ανταπόκριση σ’ αυτή την πρόκληση.

Αν δεχτούμε τα δεδομένα της σύγχρονης έρευνας, σύμφωνα με την οποία η μέση μουσική ικανότητα είναι τόσο παγκόσμια όσο η μέση γλωσσική ικανότητα, αν λάβουμε υπόψη ότι η μουσική αγωγή μπορεί να προωθήσει την ακαδημαϊκή επιτυχία και να αυξήσει τις προοπτικές αντιστάθμισης μειονεκτικών κοινωνικο-οικονομικών περιβαλλόντων, η ποιοτική μουσική αγωγή είναι δικαίωμα κάθε παιδιού και υποχρέωση κάθε εκπαιδευτικού συστήματος που έχει σαν στόχο να διαπλάσει ολοκληρωμένες και πολύπλευρες ανθρώπινες προσωπικότητες. Μια τέτοια αντιμετώπιση τοποθετεί τη μουσική αγωγή και την εκπαίδευση στις τέχνες γενικότερα, στον πυρήνα της εκπαίδευσης και την αναδεικνύει, σύμφωνα με τα λόγια του ανθρωπολόγου Abraham Maslow ως «μια ματιά στο άπειρο, στις αιώνιες αξίες» (1971, σελ. 179). Ο ρόλος του εκπαιδευτικού της μουσικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης αναδεικνύεται, υπό αυτό το πρίσμα, ως ιδιαίτερα σημαντικός και απαιτητικός και γεννώνται εύλογα ερωτήματα και προβληματισμοί για την κατάρτιση, τη συνεχή επιμόρφωση και την επαγγελματική του ταυτότητα.
Η αρχή του 21ου αιώνα βρίσκει την εκπαιδευτική κοινότητα να αναζητά νέες προοπτικές για την εκπαίδευση, ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής. Ο σημερινός εκπαιδευτικός καλείται να προετοιμάσει τα παιδιά για έναν κόσμο όπου τα πάντα αλλάζουν με ταχύτατους ρυθμούς, και να τους καλλιεργήσει την ευελιξία, την προσαρμοστικότητα, τη δημιουργικότητα, αλλά και τη συνεργασία και την αποδοχή του διαφορετικού. Η μουσική και γενικά η τέχνη φαίνεται να έχει μια σημαντική δύναμη προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο εκπαιδευτικός της μουσικής με τη διττή του υπόσταση του παιδαγωγού και του καλλιτέχνη μπορεί να εκμεταλλευτεί τη δύναμη της τέχνης για να παρέχει ένα καταφύγιο γαλήνης σε μια εποχή ιλιγγιωδών ρυθμών, να προωθήσει το συνεργατικό πνεύμα και την κοινωνική αλληλεπίδραση σε μια εποχή πρωτόγνωρης απομόνωσης και υστερικού ανταγωνισμού, να εμπνεύσει τη δημιουργικότητα, την κριτική σκέψη και την ελευθερία της έκφρασης, σε μια εποχή που μας θέλει παθητικούς, άβουλους και αδρανείς, να αναδείξει την ομορφιά της τέχνης σε μια εποχή αισθητικής ασχήμιας και πνευματικού ξεπεσμού.
Ελπίζουμε ως εκπαιδευτικοί του κλάδου και ως πολίτες της χώρας, ότι η πολιτεία δεν θα κλείσει τ’ αυτιά της στις επισημάνσεις των επιστημόνων για τη σημασία των τεχνών στην εκπαίδευση και θα δημιουργήσει, στα πλαίσια μιας γόνιμης συνεργασίας με τους εκπαιδευτικούς του κλάδου και τους ειδικούς επιστήμονες, τις προϋποθέσεις για σύγχρονη μουσική αγωγή, ικανή να εμπνεύσει στους μαθητές τη δημιουργικότητα, το συνεργατικό πνεύμα, την κριτική σκέψη και την ελευθερία της έκφρασης, που τόσο έχουν ανάγκη ως αυριανοί πολίτες μιας μετασχηματιζόμενης κοινωνίας γεμάτης προκλήσεις.

Πηγή: www.peemde.gr
ΠΕΕΜΔΕ Πανελλήνια Ένωση Εκπαιδευτικών Μουσικής Δημόσιας Εκπαίδευσης